Προοίμιο

Ο παρών Κώδικας Δεοντολογίας ορίζει τους ελάχιστους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και ηθικής συμπεριφοράς, που πρέπει να τηρούνται τόσο απέναντι στον καταναλωτή όσο και μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που πωλούν προϊόντα / υπηρεσίες μέσω ψηφιακών καναλιών. Αφορούν κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στο χώρο του «ηλεκτρονικού επιχειρείν», ήτοι νομικά ή φυσικά πρόσωπα με έδρα την Ελλάδα που παρέχουν προϊόντα ή/και υπηρεσίες προς καταναλωτές ή/και προμηθευτές στην Ελλάδα ή/και στο Εξωτερικό,
  δραστηριοποιούμενοι ευθέως ή/και ως μεσάζοντες παροχής υπηρεσιών έναντι αμοιβής με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός χρήστη (καταναλωτή ή/και προμηθευτή). Ως «με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως» νοούνται οι υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχονται από τους προμηθευτές/νομικά πρόσωπα και γίνονται αποδεκτά από τους καταναλωτές ή τους έτερους προμηθευτές μέσω εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας η οποία παρέχεται, διαβιβάζεται και λαμβάνεται εξ ολοκλήρου μέσω του Διαδικτύου ή/και κινητών δικτύων/εφαρμογών κειμένου"

1. Επιχειρηματική Διαφάνεια

Τα ηλεκτρονικά καταστήματα οφείλουν να παρέχουν όλες τις εκ του νόμου απαραίτητες πληροφορίες αναλόγως την κατηγορία της επιχείρησης όπως αυτές εξειδικεύονται στη σχετική νομοθεσία. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να παρέχουν τουλάχιστον τα στοιχεία της ταυτότητας της επιχείρησης τους (πλήρης εταιρική επωνυμία, έδρα εταιρείας, ταχυδρομική διεύθυνση, ΑΦΜ, τηλέφωνο / e-mail επαφής, ΓΕΜΗ, κλπ), οι δε πληροφορίες αυτές θα πρέπει να είναι κατανοητές, νόμιμες, αληθείς, επικαιροποιημένες, εύκολα προσβάσιμες και επαληθεύσιμες.


2. Προστασία Προσωπικών Δεδομένων


2.1. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν και να εφαρμόζουν κατανοητή, αληθή, νόμιμη, εύκολα προσβάσιμη και επικαιροποιημένη Πολιτική Προστασίας  Προσωπικών Δεδομένων και να ενημερώνουν τους καταναλωτές όπως απαιτείται από τη σχετική νομοθεσία και τις οδηγίες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σχετικά με την εν λόγω Πολιτική Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

 

2.2. Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να πραγματοποιείται τρόπο θεμιτό και νόμιμο επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας και τα δεδομένα που συλλέγονται θα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα, ακριβή και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας.

2.3. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν τους καταναλωτές ιδίως (α) για την ταυτότητά του υπευθύνου επεξεργασίας και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, (β) τον σκοπό της επεξεργασίας, (γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και (δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης και αντίρρησης.


2.4. Ειδικότερα αναφορικά με τη χρήση «cookies», η εγκατάσταση τους θα πρέπει να πραγματοποιείται μετά από κατάλληλη ενημέρωσή του καταναλωτή και επί τη βάσει της συγκατάθεσης του, όπως και όταν απαιτείται σύμφωνα με τον νόμο και τις σχετικές οδηγίες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.


3. 
Πληροφορίες σχετικά με το Προϊόν / Υπηρεσία πριν από την Παραγγελία

Πριν από την ολοκλήρωση μιας παραγγελίας ο υποψήφιος αγοραστής θα πρέπει να ενημερώνεται για τα κύρια ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος / υπηρεσίας, όπως π.χ. για την τιμή, τα έξοδα αποστολής, τυχόν επιπλέον χρεώσεις, τους όρους και τρόπους πληρωμής, τις εγγυήσεις, τους όροι διεκπεραίωσης της παραγγελίας, το δικαίωμα υπαναχώρησης (εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής έχει και την ιδιότητα του καταναλωτή), προσφορές / εκπτώσεις, καθώς και για κάθε άλλη πληροφορία που ο νόμος κάθε φορά ορίζει, ώστε ο υποψήφιος αγοραστής (καταναλωτής ή προμηθευτής) να δύναται να σχηματίσει μια ορθή απόφαση αγοράς. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να είναι ακριβείς, να αναφέρονται με σαφήνεια και να είναι εύκολα προσβάσιμες.


4. 
Κατάρτιση Σύμβασης – Όροι Πωλήσεων

Ιδίως σε περίπτωση που ο αγοραστής έχει την ιδιότητα του καταναλωτή η επιχείρηση οφείλει με την λήψη του αιτήματος παραγγελίας του να δηλώσει την αποδοχή της παραγγελίας επιβεβαιώνοντας  αυτή. Η επιχείρηση πρέπει να φροντίζει την εξυπηρέτηση του πελάτη όπως έχει συμφωνηθεί στη μεταξύ τους σύμβαση. Σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, η επιχείρηση θα πρέπει να ενημερώνει άμεσα τον αγοραστή και να του παρέχεται η δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα του κατά τις περί πώλησης διατάξεις του Αστικού Κώδικα.


5. 
Δικαίωμα Υπαναχώρησης

Στις περιπτώσεις που η αγορά γίνεται από καταναλωτή, η επιχείρηση υποχρεούται να ενημερώσει τον καταναλωτή μέσα στο νομίμως προβλεπόμενο χρόνο για το δικαίωμα του προς άσκηση αναιτιολόγητης και αζήμιας υπαναχώρησης εντός δεκατεσσάρων (14) ημερολογιακών ημερών που άρχεται από το χρονικό σημείο που καθορίζει κάθε φορά ο νόμος. Το αργότερο κατά την σύναψη της σύμβασης η επιχείρηση οφείλει να ανακοινώνει στον καταναλωτή, όλες τις λεπτομέρειες που ρυθμίζουν το δικαίωμα του αυτό, τον τρόπο πρακτικής άσκησης του και τους περιορισμούς αυτού, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν την ιδιαιτερότητα κάθε προϊόντος / υπηρεσίας και να παράσχει σε αυτόν υπόδειγμα άσκησης του δικαιώματός του. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που προβλέπει κάθε φορά ο νόμος.

6.  
Ασφάλεια Συναλλαγών

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, να χρησιμοποιούν κάθε απαραίτητο εργαλείο και να εφαρμόζουν κάθε απαραίτητο μέτρο, ώστε να παρέχουν την νομίμως προβλεπόμενη ασφάλεια ηλεκτρονικών συναλλαγών (ανάλογη προς τα διάφορα στάδια ολοκλήρωσης αυτών) και δεδομένων (προσωπικών ή μη) που συλλέγουν και επεξεργάζονται, καθώς και να ενημερώνουν τους συναλλασσόμενους για την χρησιμοποιούμενη ασφάλεια στους όρους χρήσης της ιστοσελίδας τους.

7.    
Ικανοποίηση και Εξυπηρέτηση Καταναλωτών

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να παρέχουν δυνατότητα εξυπηρέτησης πελατών (μέσω τηλεφώνου ή/και e-mail) και παρακολούθησης αιτημάτων ή/και παραπόνων και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ενημέρωση των πελατών σχετικά με τα αιτήματά τους εντός των νομίμων χρονικών ορίων ανά περίπτωση.

8. Πνευματική και Βιομηχανική Ιδιοκτησία

Οι επιχειρήσεις οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας τρίτων. Ενδεικτικώς οι επιχειρήσεις οφείλουν να μη προβαίνουν σε παράνομη αναπαραγωγή περιεχομένου και υλικού (π.χ. κείμενα, φωτογραφίες) τρίτων, το οποίο προστατεύεται ως πνευματικό δημιούργημα και οφείλουν να μη χρησιμοποιούν τα εμπορικά σήματα και διακριτικά γνωρίσματα τρίτων κατά τρόπο που αντίκειται στην ισχύουσα νομοθεσία.

 
* Ευχαριστούμε πολύ την κα. Μίνα Ζούλοβιτς και το δικηγορικό γραφείο Μπάλλας Πελεκάνος και Συνεργάτες ΑΕΔΕ, για την επιστημονική υποστήριξη.